λεξικογραφικός

формы словаβ
λεξικογραφικός
лексикографический



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово лексикографический? — λεξικογραφικός
как с (ново)греческого переводится слово λεξικογραφικός? — лексикографический


προπίνωηχογόνοςαναδίνωΚωνσταντινούποληπαμψηφείκακοσυσταίνωλιποψυχίασυγχαρητήριοςσκιάζωτρύκσοδειάζωφατνοοδοντικόςτηράζωανήμεροςβαθύσκαπτοςταξιαρχίαλεπτούτσικοςγαλουχώιππευτικόςτορπιλλοπλάνοπυροφωσφορικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit