ανθρωπομορφίζω

формы словаβ
ανθρωπομορφίζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανθρωπομορφίζω? —


απόδειπνοΠαρθένοςπροεξοφλητέοςπεριουσιακόςχαζοκούτιασυλλογιτίαχαρτοσημαίνωάπρακτοςστιλπνόςδοτικόςλιομάζωμααχυρόχρουςεκπόρθησηαμπαρωμένοςαριθμοθετώνεκροκρέβατοτειχοδομίααναποδιάζωσύναυγαδίριχτοςέμβολο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit