Новогреческий словарь
μικρομεγάλος
μικρομεγάλ|ος
ο ирон.
маленький старичок
(о ребёнке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
маленький старичок
? —
μικρομεγάλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μικρομεγάλος
? — маленький старичок
#
(ново)греческий словарь
—
λαθροϋλοτόμος
—
πρέκι
—
ευκή
—
καλοήθεια
—
ζωαγορά
—
εμφυτευτής
—
χαράκτης
—
χαρτοδέσιμο
—
πλάνιασμα
—
αρραβώνα
—
μονοκάμαρα
—
καρμπονάρα
—
ζείδωρος
—
εργάζομαι
—
αναποδογυρίζω
—
νομαδισμός
—
θεριστής
—
αλοπεριδόλη
—
ζαχαρότευτλο
—
υψηλόβαθμος
—
χλαίνα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,