Новогреческий словарь
διαδικάζω
διαδικάζω
осудить, приговорить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
осудить
? —
διαδικάζω
как на
(ново)греческом
будет слово
приговорить
? —
διαδικάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαδικάζω
? — осудить, приговорить
#
(ново)греческий словарь
—
ψιμάδι
—
πλατόνα
—
ακαταπόντιστος
—
δροσά
—
δικολάβος
—
ωκεανολογικός
—
προλετάριος
—
στοματολολία
—
σολαρία
—
γγιαγμένος
—
καπλαντίζω
—
σφυροπέλεκυς
—
εξανθρωπισμός
—
αυτοκτονικός
—
βραγχιακός
—
αγοραστικός
—
αντιμεταδίδω
—
εξηντατρίχης
—
υποδηματοεπιδνορθωτήριο
—
επιβουλή
—
καλογερόπαιδο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,