Новогреческий словарь
ισότητα
ισότητα
η прям., перен.
равенство
;
τό σημείον ~ος — мат. знак равенства
;
η κοινωνική ~ — социальное равенство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
равенство
? —
ισότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ισότητα
? — равенство
#
(ново)греческий словарь
—
άροση
—
φωταντίτυπο
—
γλωσσοκοπία
—
λεμονιά
—
ψωραλέος
—
ανακεφαλιά
—
απλουστεύομαι
—
τιτάνιος
—
λυσσώ
—
ακατάτρεχτος
—
Σιδηρόκαστρο
—
ψύλλος
—
συσφιγκτήρας
—
τριτάρης
—
ψαλτήρι
—
αναγάλλιασμα
—
ρετσίνα
—
ψειρής
—
βρίσκομαι
—
ειδοποιητήριος
—
αχρησιμοποίητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,