Новогреческий словарь
ανδριαντοποιός
ανδριαντοποιός
ο
скульптор; ваятель
(уст.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скульптор
? —
ανδριαντοποιός
как на
(ново)греческом
будет слово
ваятель
? —
ανδριαντοποιός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανδριαντοποιός
? — скульптор, ваятель
#
(ново)греческий словарь
—
πιθανοκρατία
—
δημοπρατήριο
—
παρτιζάνος
—
βραχονήσι
—
εξαμελής
—
ιλιγγιωδώς
—
πυκνότης
—
ποταμίδα
—
άτολμος
—
δηλωθείς
—
ηθητήρ
—
μομιοποίηση
—
κουφάρι
—
αλαφροπιάνω
—
χαμπλός
—
αποκληρώνω
—
ταμπλό
—
αστεριασμένος
—
αρτοζαχαροπλαστείο
—
ελεγκτήρας
—
χαμάλης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,