Новогреческий словарь
Ανταρκτική
Ανταρκτική
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
Ανταρκτική
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εξαϋλωτικός
—
χωρισμένος
—
Οψίκιον
—
μετανάστρια
—
βουβαλόδερμα
—
δρομομέτρηση
—
εγκεφαλομυελίτιδα
—
αρμονία
—
αγγαρεία
—
αερόκενος
—
λιμνοφυής
—
ουρανός
—
ασυστολή
—
ξεψαχνίζω
—
συγκυβερνητικός
—
εξαντλητικός
—
επιβίβαση
—
πληθωρικός
—
γλυτωτής
—
διπλωματική
—
πρόσχημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,