Новогреческий словарь
λεόπαρδος
λεόπαρδ|ος
ο
леопард
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
леопард
? —
λεόπαρδος
как с
(ново)греческого
переводится слово
λεόπαρδος
? — леопард
#
(ново)греческий словарь
—
διασκέλισμός
—
αρχαιότροπος
—
κυματοθραύστης
—
μπαλσάμωμα
—
ίδιος
—
θερινός
—
παραξήγηση
—
νέμω
—
φίμωση
—
σκληροκάρδιος
—
αυταρχικότητα
—
θύμα
—
πεντάμηνος
—
ροδωνιά
—
ανεξάλειπτο
—
αφηνιασμένος
—
εγκαταλελειμμένος
—
Ολλανδία
—
νηστικός
—
εκμαγείωση
—
γάστρωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,