Новогреческий словарь
ξεπλυμένος
ξεπλυμέν|ος
1)
полинявший
;
2) (о лице)
поблёкший
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полинявший
? —
ξεπλυμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
поблёкший
? —
ξεπλυμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεπλυμένος
? — полинявший, поблёкший
#
(ново)греческий словарь
—
στοχαζούμενος
—
διασταυρώνοντας
—
πλημμέλεια
—
κωπήλατος
—
ευκολόπιαστος
—
υποκειμενικός
—
ενδοσπλάγχνιος
—
ομαδόν
—
φυσαρμόνικα
—
υπογονιμότητα
—
πυρομανής
—
σακχάρωση
—
απλούμιστος
—
γυμνιστής
—
παραμυθάς
—
εύλυτος
—
αμμουδερό
—
κοσμηματογράφος
—
κοτζαμπάσης
—
αντιπέραθε
—
λιοστάσι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,