Новогреческий словарь
λαχειοφόρος
λαχειοφόρ|ος
беспроигрышный, выигрышный
;
~α ομολογία — облигация выигрышного займа
;
~α αγορά — беспроигрышная вещевая лотерея
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
беспроигрышный
? —
λαχειοφόρος
как на
(ново)греческом
будет слово
выигрышный
? —
λαχειοφόρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
λαχειοφόρος
? — беспроигрышный, выигрышный
#
(ново)греческий словарь
—
ορθοέπεια
—
διαπεραστικός
—
Τεμπελοχώρα
—
απρόσεκτος
—
διατύπωμα
—
αμπελουργικά
—
κεφαλαιοκράτισσα
—
σμυριδόχαρτο
—
καταχθονιότης
—
λεπτολογώ
—
γνωριστικός
—
επιρράπτω
—
διακινώ
—
υγροποιητικός
—
μετάνοιωμα
—
αστραποβόλημα
—
συνολικός
—
κονκάρδα
—
γλαυκόχρους
—
χονδρομέταξα
—
αλεποτρίχης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,