Новогреческий словарь
μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνω
перевоплощать
(в кого-л., во что-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
перевоплощать
? —
μετενσαρκώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μετενσαρκώνω
? — перевоплощать
#
(ново)греческий словарь
—
λαμπάδα
—
υετόμετρον
—
προεξάγω
—
γκιοστέκι
—
πυκνώνω
—
κουβαρομαζεύομαι
—
ιστορώ
—
γραφομανής
—
εμπυούμαι
—
ευρυθμία
—
ατάραχτος
—
φυτογεωγραφία
—
πωπός
—
αναφλεκτήρας
—
αγριοθωρώ
—
θεατρολογία
—
νεώτερο
—
αγωνιώδης
—
ξύω
—
προβλέπομαι
—
ασύμπτωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,