ευαγγέλιο

формы словаβ
ευαγγέλιο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ευαγγέλιο? —


βρωματοχημείαγαρνίρισμαεξουσιοδότησηανθρακοπώληςυδροσφαίραανοσοποιητικόςπάθησησυμπαρομαρτούντακατεξανίσταμαιμακιαβελλικόςσκιρωνοβορραςρευστόπείθωκοιλοπονάωχόρτοψυχοβιολογίαχρεώνωαρρίνιστοςψαλιδίζωαντικειμενισμόςγύμνασμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit