Новогреческий словарь
σακάτης
σακάτης
ο
калека, увечный, инвалид
;
μένω ~ — остаться калекой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
калека
? —
σακάτης
как на
(ново)греческом
будет слово
увечный
? —
σακάτης
как на
(ново)греческом
будет слово
инвалид
? —
σακάτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
σακάτης
? — калека, увечный, инвалид
#
(ново)греческий словарь
—
ανέμισμα
—
ανεξάγνιστος
—
αποβιβάζομαι
—
καφεκούτι
—
αναπλάσσω
—
καληνύχτισμα
—
ψωριώ
—
μίλτινο
—
ξεφουσκώνω
—
ευεργέτης
—
ενταφίαση
—
υπολειμματικός
—
ασβέστιο
—
σεμνοπρέπεια
—
ξενία
—
αγκαλίτσα
—
κυλιστός
—
αφειδώ
—
πειραματόζωο
—
επιπολαίως
—
κελαρυστός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,