αναδημιουργικά

формы словаβ
αναδημιουργικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναδημιουργικά? —


νεοφασισμόςγερμανόπληκτοςανυπόφοροςτραύμαζαβόςμεθύσιπαραχωρητήςενδιάμεσοςκλωτσηδόνκουπιάκρυμμένοςδιοιματεύομαισάνγλινιασμένοςουρηθροσκόπιοβαλλιστίτιςάσφαλτοαπροσωπόληπτονπρεσβυτικόςπαρασημαντικήμειοδότης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit