Новогреческий словарь


βαμβακόσπορος

βαμβακόσπορ|ος
ο хлопковое семя;
          τόν έχει τό βαμβακόσπορο — [phrase]он человек с деньгами, у него деньги водятся[/phrase]


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово хлопковое семя? — βαμβακόσπορος
как с (ново)греческого переводится слово βαμβακόσπορος? — хлопковое семя


#(ново)греческий словарьψητόςδημοτικότηταδεκαπλασίασμόςκέλευσηκαρόδρομοςμπληγούριτσίμπημααβγατάωπετροκερασιάμουσαμαδένιοςμινιστέριονεξανδραποδίζωαδιαφύλακτοςδιαμηνύωκαταλεπτώςκαρδιοπαθήςαπαράβλητοςκοινωνίστριαεπιμήκυνσηκαζουϊστικόςμεσόφραγμα


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







переводы с персидского языка, литовский словарь, шведско-русский словарь, сборка мебели в Москве