Новогреческий словарь
λάτεξ
λάτεξ
το
млечный сок
(каучуконосных)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
млечный сок
? —
λάτεξ
как с
(ново)греческого
переводится слово
λάτεξ
? — млечный сок
#
(ново)греческий словарь
—
αφροδισιολογία
—
ενθαρρύνω
—
δοκίμως
—
προεόρτιο
—
μορτιτικός
—
προώθηση
—
μαρμάρωμα
—
υπερετώ
—
εριουργός
—
θερμοηλεκτροπαραγωγικός
—
πλάζω
—
μαντατοφόρος
—
χρησιμοθηρία
—
ατομικός
—
μαλαθράκι
—
Δεύτερονόμιον
—
δευτεροετής
—
αμάχητα
—
βηματισμός
—
αποπολλής
—
αξενίτευτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,