Новогреческий словарь
φωτογενής
φωτογεν|ής
1)
фотогеничный
;
2)
световой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фотогеничный
? —
φωτογενής
как на
(ново)греческом
будет слово
световой
? —
φωτογενής
как с
(ново)греческого
переводится слово
φωτογενής
? — фотогеничный, световой
#
(ново)греческий словарь
—
γύρισμα
—
οπισθάγκωνα
—
γέρακας
—
αργοβάδιστος
—
αθυρμάτιο
—
φανοποιείο
—
πρύμισμα
—
μαμμούθ
—
χειραφετώ
—
επίπαγος
—
μεγαλομανία
—
χαρτορρίχτρα
—
ερυθροκύτταρον
—
ελαιέμπορος
—
πτιλωτός
—
αρμπιρόζα
—
ξεζαλίζομαι
—
σταθμίζω
—
διδάσκω
—
ακατάκλυστος
—
ντερμπεντέρικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,