Новогреческий словарь
αποχαλκώνω
αποχαλκώνω
снимать медную обшивку, облицовку
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
снимать медную обшивку
? —
αποχαλκώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
облицовку
? —
αποχαλκώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποχαλκώνω
? — снимать медную обшивку, облицовку
#
(ново)греческий словарь
—
ομαλός
—
ξεχωρισμός
—
κανακάρικο
—
αντιστρεπτός
—
αξημέρωτος
—
σύγκερος
—
αεροκατάποση
—
λύγος
—
αστραποβολητό
—
κατσαμάκας
—
χαχάνισμα
—
ανθί
—
μόσχευμα
—
προσέτι
—
ανθιβολή
—
φιλντισένιος
—
βουρκάρι
—
ξεμασκαλιστός
—
μονόχνοτος
—
κυματογράφος
—
διακολύμβηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,