Новогреческий словарь
εθελοτυφλία
εθελοτυφλία
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εθελοτυφλία
? —
#
(ново)греческий словарь
—
τριτεξαδέλφη
—
λειχηνικός
—
κίχλα
—
επιφέρω
—
δωρήτρια
—
δημοτικιστής
—
υποκλοπή
—
αγγαρεία
—
λενινιστής
—
αδελφοποιτός
—
αντικυβερνητικά
—
σαρκική
—
κατολισθαίνω
—
απύρωτος
—
διμηνιό
—
συμπεριφορικός
—
κουλοχέρης
—
αρχισυντάκτης
—
χαλυβουργείο
—
γκιότσι
—
ακροθιγώς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,