Новогреческий словарь
ιεροδίκης
ιεροδίκης
ο 1)
инквизитор
;
2)
духовный магометанский судья
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
инквизитор
? —
ιεροδίκης
как на
(ново)греческом
будет слово
духовный магометанский судья
? —
ιεροδίκης
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιεροδίκης
? — инквизитор, духовный магометанский судья
#
(ново)греческий словарь
—
αφαρμάκωτος
—
απορράπτω
—
σολιψισμός
—
καμέλια
—
αυτομουτζώνομαι
—
σφαιρίνη
—
κουτρουβάλιασμα
—
απαγγιάζω
—
προγνωστικό
—
ανισότητα
—
περιβολάρης
—
βυζάστρα
—
μεταμορφωτικός
—
ανεξίτηλος
—
κυβιστικός
—
αλληλοτραυματίζομαι
—
αχαιρέτιστός
—
τρίστηλος
—
υπερισχύω
—
δεκαπεντάκις
—
ακρουστάλλιαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,