συνεορτάζομαι

формы словаβ
συνεορτάζομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνεορτάζομαι? —


ξυπάζομαιμαστιχιομογενήςστραγαλιάνοςφουστανέλααντιπερισπαστικόςαγαύηαδικώαμπελοστάφυλοκάνναβιςσπάρθηκαδιολισθαίνωομόγνωμοςεγκλιτικόδιαλογήτούφαμαστροπόςεξάγωνοςαντιμέτωποςμαγαζίεκθετικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit