Новогреческий словарь
μετεγγύηση
μετεγγύηση
η юр.
двойное поручительство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двойное поручительство
? —
μετεγγύηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
μετεγγύηση
? — двойное поручительство
#
(ново)греческий словарь
—
θωρακοφόρος
—
πολυθέλγητρος
—
γκριζωπός
—
φωνογράφηση
—
οικονομιέμαι
—
υαλογράφος
—
ψυχαναλυτής
—
Σουβλίτσα
—
εύτεκνος
—
φούτ-μπώλ
—
εξώσφαιρα
—
μητραλοίας
—
θεσμοφύλακας
—
περιχαρακωμένος
—
βλαχίλα
—
κασκαρίκα
—
εργάτης
—
κακοαναθρεμμένος
—
γυροβόλι
—
ξανάρχομαι
—
σακχαρίνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,