Новогреческий словарь
λήγουσα
λήγουσα
η грам.
конечный, последний слог
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
конечный
? —
λήγουσα
как на
(ново)греческом
будет слово
последний слог
? —
λήγουσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
λήγουσα
? — конечный, последний слог
#
(ново)греческий словарь
—
πολύκαρπος
—
φωτοζιγκογρσφία
—
υδροφορία
—
αμετεώριστος
—
αλητεύω
—
πτύελο
—
κομιστηκά
—
ξέκωλος
—
εκλεκτός
—
αποκένωση
—
μαλάζω
—
νεοελληνική
—
ελεεινολόγηση
—
ασυγκινησιά
—
φιλοπόλεμος
—
εκλεκτικός
—
γουνάκι
—
ήπειρος
—
κλίκα
—
ψαρικός
—
δημοσιογραφώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,