αμπροστερεύω

формы словаβ
αμπροστερεύω
обгонять;

===
          άμα μανίσει ο γάϊδαρος ~ερεύει τ' άλογο — посл. [phrase]взбесившийся осёл лошадь обгоняет[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово обгонять? — αμπροστερεύω
как с (ново)греческого переводится слово αμπροστερεύω? — обгонять


κιλόμηνιάτικοςδοξομανήςανεκμετάλλευτοςαποθυμώρωσόφωνοςορδήαζωίααίφνηςκοπροσκυλώαρνησιθείακλιματιστικόεικονομαχώΣεπτέμβριοςπρωτόγονοαραποσίτινοςλυσσασμένοςφωνοταινίαδισαύξητοςκατουράωκαθήλωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit