λευκαντήριο

формы словаβ
λευκαντήριο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λευκαντήριο? —


ποδόγυροςκατράμωμαφουμαρίαπαράφωνοςμετέωροςδυσηχαγωγόςέδωσααστυνομεύωελευθερώνομαιζηλοτυπίασυρματόσχοινοαραδιάζωδιαστομωτήριονσυναγωγήπροσωκρατικόςκαστανάςπροκατειλημμένοςαστεροστάτηςΦώτηςμεταποίησηονομασιολογικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit