Новогреческий словарь
έδυν
έδυν
αόρ. от δύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
έδυν
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αφιλόνικος
—
χαλικίτις
—
φιλελεύθερος
—
υδροδοτικός
—
αριολόγι
—
αρχαίος
—
ασχημόλογο
—
πυρετώδικος
—
μάμμη
—
χώρισμα
—
τάρανδος
—
κρυστάλλων
—
αεριοποιώ
—
συμμαχητής
—
ιατρόσημο
—
πολυφλύαρος
—
σκούζω
—
μεσαδρούλα
—
κατηγορητήριο
—
ηλιολάτρισσα
—
γίδινος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,