Новогреческий словарь
υπερεπάρκεια
υπερεπάρκεια
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπερεπάρκεια
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ψευδοπατριώτης
—
Ρωμιά
—
πυοδερμίτις
—
αποκωλώνω
—
βαμβακοπαραγωγή
—
μάκινα
—
συνεταιρισμένος
—
καλλιέπεια
—
βαρογράφος
—
ανιαρότητα
—
λεμβοστάσιο
—
ιστοθετικά
—
λοιμικό
—
χόλιασμα
—
δρόγγος
—
αιματόβρεχτος
—
δημότης
—
διομολογώ
—
αποκόβω
—
ανδρογυνία
—
αστακός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,