συνορίτισσα

формы словаβ
συνορίτισσα
η соседка (по владению, имению)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово соседка? — συνορίτισσα
как с (ново)греческого переводится слово συνορίτισσα? — соседка


υπέρθυροδασονομίακόκσμιχτόςτοιούτοςάγρωστιςοικονομάωεπεξεργάζομαιμετριόφροναςγάμπατρομαχτικόςκαμάρωσηδιαρροϊκόςανεμπίστευτοςυδροτεχνικόςχολεριώαγγρκρίζωυπερβορειοανατολικόςασύσταγοςομοιοπλασίαβραχύκαννο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit