διπυρίτης

формы словаβ
διπυρίτης
ο :
          ~ (άρτος) — сухарь, галета



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διπυρίτης? —


κακοζώητοςεμπειριοκρατίαΜαυρομιχάληςανασείομαιαγιωτικόςσυνεκτικάανεγκαινίαστοςπεριφραστικάσχωρεμένοςάμποτεεβραίϊκαενσωματωμένοςπρωτοδικείοτσαχπινιάρηςσίφουναςάπλεναολομέταξοςφοίνιξκέφιαναδίπλωσιςομότιμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit