Новогреческий словарь
ανυπόγραφος
ανυπόγραφ|ος
1)
неподписанный
;
2)
анонимный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неподписанный
? —
ανυπόγραφος
как на
(ново)греческом
будет слово
анонимный
? —
ανυπόγραφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανυπόγραφος
? — неподписанный, анонимный
#
(ново)греческий словарь
—
βελονάκι
—
επίστεγο
—
καπνοσακούλα
—
άπτωτος
—
πρωτομάστορας
—
σακιδιοθήκη
—
δισάκκι
—
κυλάω
—
μπατζίνα
—
γκρινιάρης
—
χάλασα
—
αντισταθμώ
—
αντειρηνυκός
—
αλαργινά
—
ανθίσταμαι
—
πτωχαλαζονεία
—
πικάντικος
—
εκδόριον
—
παραγγελιοδοχικός
—
ουλαμός
—
αμείβω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,