Новогреческий словарь
παμψηφεί
παμψηφεί
единогласно
;
εκλέγομαι ~ — быть избранным единогласно
;
η απόφαση πάρθηκε ~ — [phrase]решение принято единогласно[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
единогласно
? —
παμψηφεί
как с
(ново)греческого
переводится слово
παμψηφεί
? — единогласно
#
(ново)греческий словарь
—
διαλύω
—
γαμπρίζω
—
λιχουδιά
—
εκλεπτυσμένα
—
αμερικανοκρατία
—
ξεκακιώνω
—
γαίμα
—
υδαταποθήκη
—
προστασία
—
γλισχρεύομαι
—
αλυσιδωτός
—
απόπτυση
—
κηπουρικά
—
λεπτομέρεια
—
αμυγδαλόψιχα
—
ακριτοεπής
—
αμαξηλατώ
—
λόχμη
—
ανάλλαγα
—
κατηχούμενος
—
διαδοκίς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,