παντρολόγημα

формы словаβ
παντρολόγημα
το (чаще мн.ч.) сватовство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сватовство? — παντρολόγημα
как с (ново)греческого переводится слово παντρολόγημα? — сватовство


αποσαφήνισηαναγνώνωαποφύλλισηολομερήςφρίκηβιοηλεκτρισμόςβαφτιστικόαμακαδόροςατμοδυναμικόςθυσιάζομαισαπρόφυταπατρώνυμοφρεσκογυαλισμένοςπλαγιοβάδισμαεπιθεωρώμπεντένιπελαγίσιοςχρηστοήθηςλιγύφθογγοςδιακονιάροςογκόμετρο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit