Новогреческий словарь
βωλοκοπω
βωλοκοπω
боронить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
боронить
? —
βωλοκοπω
как с
(ново)греческого
переводится слово
βωλοκοπω
? — боронить
#
(ново)греческий словарь
—
εκπαρθενευτής
—
ταυτολογώ
—
κιτρινόχροια
—
γεροντοφέρνω
—
μεταπλαστός
—
αυλάκωση
—
εισπνεόμενος
—
δεκαεπταετία
—
υμενοειδής
—
μαυροφορεμένος
—
αιθεροποίηση
—
νυχτιά
—
γλυκανεβαίνω
—
πολυομβρία
—
παραπαίω
—
κορτάρισμα
—
γεμίδι
—
πισωκολλητό
—
δεί
—
ορκοληψία
—
αλιάδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,