Новогреческий словарь
μονά
μονά
:
~ ή ζυγά — чёт или нёчет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ανακλώθω
—
στρατάρχης
—
σφουγγαρόπαννο
—
ναυτόκομπος
—
μονοπώληση
—
ανθηφορία
—
αυτοβιογραικός
—
καύσιμος
—
ψεμματούρης
—
μεστωμένος
—
μεταβάπτισμα
—
κουρμάς
—
διαπιστευτήριο
—
αγκωνάρι
—
τελειοποιώ
—
ουδαμού
—
προμάμμη
—
ξερατό
—
ανθυποβρυχιακός
—
κρηνίδωμα
—
καθέδρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,