Новогреческий словарь
αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχ|ος
чередующийся
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чередующийся
? —
αλληλοδιάδοχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλληλοδιάδοχος
? — чередующийся
#
(ново)греческий словарь
—
ντάμπινγκ
—
λαχανίδο
—
πλαδαρότης
—
τραχηλικός
—
άγγελισσα
—
αντεπαναστάτρια
—
ιχθύς
—
ολόψυχα
—
κουτί
—
θερμίδα
—
βδομαδιάτικο
—
αρόγιαστος
—
επίφοβος
—
αναφαίρετος
—
εκβουλγαρίζω
—
παιδεμένος
—
μαρμαρουργία
—
μεσοχώρι
—
φανέρωση
—
διαποτίζομαι
—
τηλεφωνητής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,