Новогреческий словарь
αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωπ|ος
самоличный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
самоличный
? —
αυτοπρόσωπος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοπρόσωπος
? — самоличный
#
(ново)греческий словарь
—
κόλακας
—
στηθάγχη
—
σπέρματοδόχος
—
πυριτιοκαλίωση
—
συνυπηρετώ
—
καβαλώ
—
επαναπαύω
—
παντόφλα
—
θερμοκαυτήρας
—
αρδευτικός
—
πιανιστικά
—
λαδερό
—
φρακοφορεμένος
—
πατόκορφα
—
βίος
—
αριθμογράφος
—
φτειαγμένος
—
έμβολο
—
ανηβος
—
κελαρυστός
—
ξεσπιτώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,