Новогреческий словарь
στάνταρτ
στάνταρτ
το 1.
стандарт
;
2.
стандартный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стандарт
? —
στάνταρτ
как на
(ново)греческом
будет слово
стандартный
? —
στάνταρτ
как с
(ново)греческого
переводится слово
στάνταρτ
? — стандарт, стандартный
#
(ново)греческий словарь
—
ικανοποιούμαι
—
ομογνώμων
—
ολιγοκύτταρος
—
ομιλήτρια
—
δυσφορώ
—
ψυχοκινητικός
—
αποβιβάζω
—
μικρούλικος
—
απόμερος
—
μιξόδια
—
άφτυστος
—
άνωση
—
αγροφύλαξ
—
αναφροδισία
—
συρματόσχοινο
—
επαναθεώρηση
—
μπρέ
—
γυναικοθήρας
—
κρασοκανάτο
—
ζυγολούρι
—
ηλεκτρομαγνήτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,