Новогреческий словарь
τεμπεσίρι
τεμπεσίρι
το разг. 1)
мел
;
2)
выгодный кредит
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мел
? —
τεμπεσίρι
как на
(ново)греческом
будет слово
выгодный кредит
? —
τεμπεσίρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεμπεσίρι
? — мел, выгодный кредит
#
(ново)греческий словарь
—
χολαιμία
—
εξωθερμικός
—
ίσιωμα
—
ελασματουργείο
—
αρμέγκα
—
αποσυνηθίζω
—
παγοκόφτης
—
νυχτοπάλεμα
—
ανεμολόγι
—
αναδοσιά
—
ζωοτομικός
—
στηθοδέρνομαι
—
φιλάδελφος
—
βαριοκαρδίζω
—
στρατηγία
—
αυτοφαγία
—
αληθινά
—
εφτάκοιλο
—
χρησιμότητα
—
ξενοφοβικός
—
μεθοδικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,