Новогреческий словарь
αναιμικός
αναιμικός
анемичный, малокровный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
анемичный
? —
αναιμικός
как на
(ново)греческом
будет слово
малокровный
? —
αναιμικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναιμικός
? — анемичный, малокровный
#
(ново)греческий словарь
—
ενορχος
—
αθώωση
—
ψιλολόι
—
αφαλόκομμα
—
στραταρχία
—
υπίατρος
—
μηνόρροια
—
άρπαξ
—
συνδρομητής
—
μεγαλόπιασμα
—
πεντάλι
—
πολυπόταμος
—
κακομίλημα
—
απτέρυγος
—
επανεξέταση
—
παραπονεμένος
—
δυσεξιχνίαστος
—
αναπαυτήριο
—
τσιπουρόχωμα
—
κουβέντα
—
σκάρτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,