Новогреческий словарь
ανευλαβής
ανευλαβ|ής
1)
нечестивый
;
2)
непочтительный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нечестивый
? —
ανευλαβής
как на
(ново)греческом
будет слово
непочтительный
? —
ανευλαβής
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανευλαβής
? — нечестивый, непочтительный
#
(ново)греческий словарь
—
ψωμοπάτισσα
—
εξαντλήσιμος
—
μακροκλιματολογία
—
κρινολίνο
—
σταφυλή
—
συγυρισμένος
—
Μαροκινός
—
αυτοενέργεια
—
πενταόροφος
—
εξωφρενών
—
θαλασσοπορία
—
βενζινάδικο
—
λέκ
—
γονιασμένος
—
σφυροκόπηση
—
παλαμικός
—
φίλαθλος
—
δυσαναπλήρωτος
—
μεταλλικό
—
καπάρωμα
—
τροφή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,