Новогреческий словарь
άφορος
άφορ|ος
неурожайный; неплодородный
;
~ον έτος — неурожайный год
;
~ αγρός — неплодородное поле
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неурожайный
? —
άφορος
как на
(ново)греческом
будет слово
неплодородный
? —
άφορος
как с
(ново)греческого
переводится слово
άφορος
? — неурожайный, неплодородный
#
(ново)греческий словарь
—
καταστηματάρχισσα
—
μουζικάντης
—
εμπιστευτικά
—
γαλλισμός
—
νοούμενο
—
παρακύλισμα
—
νώτο
—
αλευρέμπορας
—
σηροτροφία
—
τελαμώνα
—
τραβηχτικός
—
ελευθεροφροσύνη
—
στρατιά
—
Τσεχοσλοβακία
—
γαλακτοκομία
—
κυμβαλιστής
—
ικαvοποίηση
—
πύργος
—
μακρολόγος
—
επανάθεση
—
εξαφρίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,