Новогреческий словарь
μερικό
μερικό
το
частное, единичное
;
η επαγωγή από τό ~ εις τό γενικό — переход от частного к общему
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
частное
? —
μερικό
как на
(ново)греческом
будет слово
единичное
? —
μερικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
μερικό
? — частное, единичное
#
(ново)греческий словарь
—
αλεξίπτωτο
—
τιθέμενος
—
χαρτογραφημένος
—
πλασματικός
—
φυλάγω
—
τουρκική
—
συμπεριφοριστής
—
χρυσούφαντος
—
πυροτεχνουργία
—
ριτσινόλαδο
—
τσεχοσλοβακικός
—
ύφος
—
υπεκφεύγω
—
καλοπληρώνω
—
αληθινά
—
ψαχουλευτά
—
ιζηματογένεση
—
φουτουρίστρια
—
διέρρηξα
—
εγκώμιο
—
αρχηγώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,