Новогреческий словарь
επαρμένος
επαρμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
επαρμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
υδρομετρικός
—
αποκάλυψη
—
προσδέω
—
βίλα
—
συμφέρων
—
νευριαστικός
—
οικονομικά
—
αφρόντιστος
—
μαίευση
—
υπεραγωγός
—
πού
—
χρονομετρικός
—
υπόσχεση
—
τραβώ
—
αντίτιμο
—
υπερλυπούμαι
—
ξεπροβόδισμα
—
λιπάζη
—
ψαροκάικο
—
αργυρούχος
—
μαστόρισσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,