αποκαθαρτήρας

формы словаβ
αποκαθαρτήρας
(-ηρος) ο воен. банник



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово банник? — αποκαθαρτήρας
как с (ново)греческого переводится слово αποκαθαρτήρας? — банник


ρητορικάανάκρουσητοίχοςδιακρίνωανεπιτήδειοςφαφλατάδικοςαράδιοσμαπρωτύτεροςσομβιβαστικότηταστοιχειακόςτσινιάρηςαποσκορακίζωχώμοςθεριστικάαθειάφωτοςδιαλογούμαιμωρούδισμακουτσοπερνάωανεμοπόδαροςυπερπίεσηυπερημερία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit