τσιμουδιά

формы словаβ
τσιμουδιά
η :
          ~! — [phrase]ни слова![/phrase];
          ~ δέν ακούεται — мёртвая тишина;
          δέν βγάζω ~ — ничего не говорить, не проронить ни слова



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τσιμουδιά? —


αναμάσησηεμμετρωπίακατασπάζομαιεκκλησιάρηςβάλτοςοινοπνευματομετρητήςγιδόγραικοηλιοθεραπείαμονομαχώερειπώστοιχειομετρίαλακωνισμόςαπελεύθεροςπυρασφάλειααμφίβιοςαρμένικαδιάνθισμοαποδίωξηεπάχθειαπαρακλητικόςκλήρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit