Новогреческий словарь
εκών
εκών
ούσα, όν
добровольный
;
εκών άκων — волей-неволей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
добровольный
? —
εκών
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκών
? — добровольный
#
(ново)греческий словарь
—
κατράμι
—
ξενιτεμένος
—
υπερθερμαίνομαι
—
μπαγαπόντισσα
—
απομονωμένος
—
λεωφορειούχος
—
κουνάβι
—
γιαλούσης
—
δευτερωμένος
—
μαδαρότης
—
εργιον
—
αξιόμαχος
—
γόρδιος
—
συνεκφορά
—
μηδισμός
—
βογγάω
—
μυστήρια
—
λοιμοκαθαρτήριο
—
τομέας
—
αδιαλλαξία
—
σειστός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,