Новогреческий словарь
τουλίπη
τουλίπη
η
тюльпан
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тюльпан
? —
τουλίπη
как с
(ново)греческого
переводится слово
τουλίπη
? — тюльпан
#
(ново)греческий словарь
—
περίδρομος
—
υδατογόνος
—
φλέμα
—
αφηρημένο
—
σιλουέττα
—
δοξάστρια
—
γλιστριόρικος
—
καϊσί
—
δεκαεννεαετία
—
εκατοστόλιτρο
—
χοληστερόλη
—
κατακυρώνω
—
διαγυρνώ
—
δεκάρα
—
απλοχέρι
—
φεγγαριάτικος
—
παντρεμένος
—
συντοπίτισσα
—
χαλκελασματουργείο
—
σιαλώ
—
ρουμπινής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,