Новогреческий словарь
αποικοδομώ
αποικοδομώ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποικοδομώ
? —
#
(ново)греческий словарь
—
λιποψυχώ
—
καταρρακτώδης
—
μπανίζω
—
αναζητώ
—
εντατικοποιούμαι
—
διακοσμητικός
—
ζεφύρι
—
εξωτικό
—
αγιολούλουδο
—
πικροκαρδισμένος
—
αποστειρωτικός
—
πευκοβελόνα
—
συγχρονισμός
—
ερωτολογία
—
χιονοκρύσταλλος
—
βιβλιογνωσία
—
υπεράνω
—
τρελόπαιδο
—
αυτοκάλεστος
—
άστρινος
—
σταξιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,