τολμώμαι

формы словаβ
τολμώμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τολμώμαι? —


κατά μόναςμηνολόγιοανεπιβούλευτοςακριβοθωρώεμπόδισηστυγνάκαθαρότηταμεσοκλιματολογίατεχνουργόςανήλθονχοντραίνωαμπόλιασμαδιαλεκτολογίααραιόσκιοςόρνιθαθυσανοσωρείτηςσκάλτσακοινότηταανεχτικόςπαντρολογήστραευήλιος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit