Новогреческий словарь
αδειπνος
αδειπν|ος
не поужинавший, оставшийся без ужина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
не поужинавший
? —
αδειπνος
как на
(ново)греческом
будет слово
оставшийся без ужина
? —
αδειπνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αδειπνος
? — не поужинавший, оставшийся без ужина
#
(ново)греческий словарь
—
σκουπιδιάρης
—
ανθοστέφανος
—
επαγγελματικότητα
—
δρεπανωτός
—
γλυκόμματος
—
αλληλοδράνεια
—
αξαδέρφισσα
—
ζερβόδεξα
—
απαιδιά
—
σταλαγμίτης
—
οπισθόγραφος
—
δακρύβρεχτος
—
αντιθετικά
—
φευγατίζω
—
οξυγονούχος
—
ορμέμφυτος
—
χουζούρεμα
—
καφεζυθεστιατόριο
—
κουλτουριάρα
—
καμπυλόμετρο
—
φιλονεικία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,